εγκαθιδρύω


εγκαθιδρύω
[энкатндрио] р. основывать, устанавливать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εγκαθιδρύω" в других словарях:

  • εγκαθιδρύω — εγκαθιδρύω, εγκαθίδρυσα βλ. πίν. 5 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εγκαθιδρύω — (AM ἐγκαθιδρύω) ιδρύω, στήνω, τοποθετώ νεοελλ. (για θεσμούς, πολιτεύματα κ.λπ.) ιδρύω, θέτω σε λειτουργία …   Dictionary of Greek

  • ἐγκαθιδρῦσαι — ἐγκαθιδρύω erect aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαθιδρύσατε — ἐγκαθιδρύ̱σατε , ἐγκαθιδρύω erect aor imperat act 2nd pl ἐγκαθῑδρύ̱σατε , ἐγκαθιδρύω erect aor ind act 2nd pl ἐγκαθιδρύ̱σατε , ἐγκαθιδρύω erect aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαθιδρύσει — ἐγκαθιδρύ̱σει , ἐγκαθιδρύω erect aor subj act 3rd sg (epic) ἐγκαθιδρύ̱σει , ἐγκαθιδρύω erect fut ind mid 2nd sg ἐγκαθιδρύ̱σει , ἐγκαθιδρύω erect fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιδρύω — (ΑΜ ἱδρύω) (ενεργ. και μέσ.) οικοδομώ, κτίζω («ο ναός ιδρύθηκε τον 5ο αιώνα» β. «ἱδρύσαντο ὑπὸ τῇ ἀκροπόλι Πανὸς ἱρόν», Ηρόδ.) νεοελλ. συνιστώ, συγκροτώ («ιδρύω πολιτικό κόμμα») αρχ. 1. πείθω κάποιον να παραμείνει, να εγκατασταθεί («αὑτός τε… …   Dictionary of Greek

  • ἐγκαθιδρυμένας — ἐγκαθῑδρῡμένᾱς , ἐγκαθιδρύω erect perf part mp fem acc pl ἐγκαθῑδρῡμένᾱς , ἐγκαθιδρύω erect perf part mp fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαθιδρυμένον — ἐγκαθῑδρῡμένον , ἐγκαθιδρύω erect perf part mp masc acc sg ἐγκαθῑδρῡμένον , ἐγκαθιδρύω erect perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαθιδρύει — ἐγκαθιδρύ̱ει , ἐγκαθιδρύω erect pres ind mp 2nd sg ἐγκαθιδρύ̱ει , ἐγκαθιδρύω erect pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαθιδρύθη — ἐγκαθῑδρύ̱θη , ἐγκαθιδρύω erect aor ind pass 3rd sg ἐγκαθιδρύ̱θη , ἐγκαθιδρύω erect aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)